Αναπτερωθήκαμε από την επιτυχία της Εθνικής ποδοσφαίρου στην Πορτογαλία. Για ένα περίπου μήνα βρεθήκαμε στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος με τους Ολυμπιακούς της Αθήνας, και στη Eurovision γίναμε “Number one”. Ακόμη και οι πιο “κοσμοπολίτες” από εμάς, είδαμε με έκπληξη, να δονούμαστε λίγο ως πολύ απ’ την ενεργειακή ροή που διαπέρασε το Ελληνικό στοιχείο σε κάθε σημείο του πλανήτη.
Είτε το καταλαβαίνουμε είτε όχι, είμαστε φορείς μιας υπέρτατης συλλογικής ταυτότητας, απόσταγμα ιδεών, βιωμάτων και μνημών που βρίσκονται και λειτουργούν μηχανικά κάπου μέσα μας. Μιας ταυτότητας που, όλως περιέργως, δεν φαίνεται να χάνει τη δυναμική της από τις αποκαλύψεις για τους ντοπαρισμένους μας αθλητές και το θλιβερό παρασκήνιο του Ελληνικού ποδοσφαίρου. Της ίδιας ταυτότητας που μας κάνει να επιζητούμε, σαν ανικανοποίητοι έφηβοι, την αναγνώριση των ξένων αλλά και να καταδικάζουμε -συνειδητά ή ασυνείδητα- συμπολίτες μας σαν τους Αλβανούς, πάνω στο μόχθο των οποίων υλοποιήθηκε το όνειρο των Ολυμπιακών εγκαταστάσεων.
Μπορούμε να ξεπεράσουμε αυτόν τον κούφιο και τυφλό συναισθηματισμό και να κοιτάξουμε έξω και πάνω απ’ την εκμαυλιστική αδράνεια που, εδώ και δεκαετίες, ακινητοποιεί την Ελληνική κοινωνία και την εγκλωβίζει στις επίπλαστες αξίες ενός “διαχρονικού” έθνους; Έχουμε τη δυνατότητα να σταθούμε απέναντι στα προβλήματά μας χωρίς να βουλιάζουμε, ανυποψίαστοι, στο τέλμα της Νεοελληνικής μας καθημερινότητας ή να ξεσπάμε σε εκρήξεις ενός όψιμου πατριωτισμού;
Αν ναι, ίσως τότε να υπάρχει ελπίδα να μπορέσουμε να θέσουμε ρεαλιστικά και με μεγαλύτερη ένταση το ερώτημα του “Τι είναι Ελληνικό;” – ένα ερώτημα που αγγίζει πολύ βαθύτερες πτυχές της ατομικής και συλλογικής μας συνείδησης απ’ ό,τι οι ξέφρενοι πανηγυρισμοί με τη γαλανόλευκη. Και, μαζί, να διερευνήσουμε και να νοηματοδοτήσουμε με νέο τρόπο τη σχέση του προσωπικού μας χώρου με τον κοινωνικό του περίγυρο.
Μια προσεκτική ματιά αρκεί για να καταλάβει κανείς ότι, σήμερα, καμία απ’ τις αξίες που χρησιμοποιήθηκαν -και χρησιμοποιούνται- για να στηρίξουν τη θολή εικόνα της “Ελληνικής” ταυτότητας, δεν μπορεί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Πουθενά, σε κανένα χώρο συλλογικής ύπαρξης και δραστηριότητας δεν υπάρχει μια αυτοφυής, πρωτότυπη στη σύλληψη κι εφαρμογή της ιδέα, που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε “Ελληνική”, βγαλμένη δηλαδή μέσα απ’ την Ελληνική πραγματικότητα, επινοητική, λειτουργική, ευφυής κι αποτελεσματική για τις ανάγκες που προκύπτουν.
Ανεξάρτητα απ’ την κομματική τους καταγωγή, οι πολιτικοί μας καταναλώνονται σ’ επαναλήψεις άνευ νοήματος, σαν τα πάντα να ήταν λυμένα και ταχτοποιημένα στη γεωγραφική αυτή περιοχή, που κάποτε γέννησε το επικρατέστερο σήμερα πολιτικό σύστημα: τη δημοκρατία. Αγκυλωμένη στην αμοιβαία δυσπιστία, τη δυσαρέσκεια έως και την αδιαφορία, το μόνο που κάνει η σχέση πολίτη-κράτους είναι ν’ αναπαράγει ατομοκεντρικά πρότυπα σε βάρος της συλλογικής ύπαρξης και συνεργασίας.
Σε καμία απ’ τις έδρες των Ελληνικών πανεπιστημίων δεν παρουσιάζεται μια ολοκληρωμένη και καλά ενημερωμένη άποψη σχετικά με τι θα μπορούσε να σημαίνει “φιλοσοφία” στα πλαίσια του πολιτισμού που, μέσα στην άγνοια και την παραμορφωτική του θεώρηση, πιστεύει ότι αποτελεί τη συνέχεια του Αρχαιοελληνικού. Κανένα ακαδημαϊκό ίδρυμα της Ελλάδας δεν αναγνωρίζει την Αρχαιοελληνική Μυστηριακή παράδοση ως την πραγματική μήτρα της “φιλο-σοφίας”, παρ’ όλες τις αναφορές και τα πλούσια στοιχεία που περιέχονται μέσα στα ίδια τα φιλοσοφικά κείμενα της Αρχαιοελληνικής γραμματείας.
Εδώ και πολλές δεκαετίες το σύγχρονο Ελληνικό θέατρο φυτοζωεί στερημένο παντελώς από νέες ιδέες κι αναμασά τους ίδιους αρχαίους συγγραφείς. Στο σημείο του πλανήτη που, κάποτε, το θέατρο “ψυχαγωγούσε” μυώντας, τελετουργικά, το θεατή στο δρώμενο προκαλώντας τον ν’ ανοιχτεί σε νέες, άγνωστες δυνατότητες, η θεατρική δημιουργία είναι μια στείρα διαδικασία, αποκομμένη τόσο απ’ τη σύγχρονη πραγματικότητα όσο κι απ’ τις ανάγκες των ανθρώπων.
Οι πατριωτικές μας εξάρσεις μοιάζουν μ’ επιθανάτια αναζωπύρωση αυτού που συγκεντρώνει ό,τι δύναμη του απέμεινε λίγο πριν το τέλος. Η -επαναστατική για την εποχή της- εθνική ιδεολογία του 19ου αιώνα συνέδεσε τους λαούς με την εκάστοτε ιστορία της γεωγραφικής τους επικράτειας (τους Άγγλους με τον Αρθούρο, τους Γάλλους με τους Γαλάτες, τους Ιταλούς με τους Ρωμαίους, τους Έλληνες με την αρχαία Ελλάδα κλπ.) αναγνωρίζοντάς τους, έτσι, το απόλυτο δικαίωμα ελέγχου και κατοχής της γης τους. Τι σημασία, όμως, έχει η αξία της “αδιάλειπτης εθνικής συνέχειας” σήμερα για τις ανάγκες ενός πλανήτη που μετατρέπεται σε “παγκόσμιο χωριό”;
Το σύγχρονο “Αρχαιολατρικό ή Ελληνοκεντρικό Ρεύμα” που, από τη δεκαετία του 1980, έχει στραφεί προς το αρχαιοελληνικό παρελθόν, συνθέτει μια μεγάλη γκάμα απόψεων σε μερικές απ’ τις οποίες είναι αμφισβητήσιμη έως ανεδαφική η υλοποίηση των στόχων τους, ενώ σε άλλες είναι έκδηλη η παθογένεια φασιστικών ροπών: υπέρμαχοι της αναβίωσης της Δωδεκαθεϊκής Λατρείας, μελετητές της Ελληνικής φιλοσοφίας, οπαδοί του ιδεώδους μιας νέας “εθναφύπνισης”, υποστηριχτές της εξωγήινης προέλευσης της Ελληνικής φυλής κ.ά. Μπορεί ένας τόσο ρευστός χώρος, που δεν έχει κοινό ιδεολογικό άξονα και κατατρύχεται από συγκρούσεις και διαφωνίες ν’ ανδρωθεί σ’ ένα δυναμικό κοινωνικό κίνημα, που θα φέρει μια φρέσκια και ουσιαστική σύνδεση του σήμερα με το χθες και θα γεννήσει νέες ιδέες;
Το ιδεολόγημα της “Ελληνοορθοδοξίας”, ο στυλοβάτης της Νεοελληνικής συνείδησης, όχι μόνο κλονίζεται από την τεράστια κρίση που μαστίζει το φορέα της (την Ελληνική Εκκλησία και όχι μόνον), αλλά κωφεύει και σκληραίνει απέναντι στις προκλήσεις και τις ανάγκες της παγκοσμιοποίησης υπερασπίζοντας έναν αμφιλεγόμενο “Ελληνοχριστιανικό πολιτισμό”. Μπορεί η σχέση με το ιερό και τη φιλο-σοφία να οροθετηθεί από μια θρησκεία, που όντας αποξενωμένη από την εσωτερική διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης, βρίσκει το στίγμα της μέσα από τη στενή της σύνδεση με την “εθνική ταυτότητα”;
Μήπως, τελικά, έχουν κλείσει οι δρόμοι που θα μας οδηγούσαν προς μια άμεση και γνήσια προσέγγιση της Ελληνικότητας; Το σίγουρο, πάντως, είναι ότι για όσο καιρό λιμνάζουμε στη γραφικότητα του Ελληνοχριστιανικού κιτς, στις φαντασιώσεις αναβίωσης του μακρινού μας παρελθόντος ή στην ψυχική ανάταση που μας φέρνουν τα μετάλλια των Ελλήνων κι Ελληνίδων αθλητών κι αθλητριών, δεν έχουμε καμία σχέση με μια ξεκάθαρη κι επίμονη απαίτηση για παραπέρα αναζήτηση και νοηματοδότηση της δικής μας ατομικής και συλλογικής ζωής.
Θα παραβλέπουμε το δικό μας μερίδιο ευθύνης για την πνευματική χρεοκοπία που κατατρώει τα θεμέλια της Ελληνικής κοινωνίας. Και βαυκαλιζόμενοι στην υπνωτιστική επίδραση της συνήθειας και του εύκολου, δεν θα ενοχλούμαστε καν από προσπάθειες προσδιορισμού του “Ελληνικού” από έξω, όπως φαίνεται στο σχόλιο του Αμερικανού υπουργού αμύνης Γούλφοβιτς που, κατά την τελευταία εισβολή στο Ιράκ, δήλωσε ότι στην ουσία αυτό που προσπαθούν να επιβάλλουν στον κόσμο οι Η.Π.Α. δεν είναι παρά το πολιτικό σύστημα του Περικλή!
Αν, όμως, κάτι μας “μυρίζει” στις Χολιγουντιανές εκδοχές του Ελληνικού μέσα απ’ τις κινηματογραφικές παραγωγές για τους Ομηρικούς ήρωες και το Μέγα Αλέξανδρο -κάθε άλλο παρά τυχαίες επιλογές, αφού τα πολεμοχαρή και φιλόδοξα αυτά ινδάλματα της αρχαιότητας ταιριάζουν θαυμάσια στο σύγχρονο Αμερικανικό επεκτατισμό-, τότε ίσως μπορούμε ν’ αναζητήσουμε έναν καινούργιο “τόπο” για να θέσουμε τα δικά μας ερωτήματα. Ν’ αναρωτηθούμε ποια θα μπορούσε να ήταν η ύψιστη αξία, βάσει της οποίας προσπαθούμε να επαναπροσδιορίσουμε την Ελληνικότητα.
Κι αν ανακαλύψουμε ότι η θεμελιώδης αυτή αξία έχει να κάνει μ’ έναν ιδεώδη τρόπο, με τον οποίο ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει ποιοτικά καλύτερα και ν’ αναπτυχθεί πνευματικά, ίσως τότε βρούμε τον κρίκο που θα μας συνδέσει, όντως, με την έννοια της Οικουμενικότητας της αρχαίας Ελλάδας. Κι αυτό γιατί η προτεραιότητα της επαφής του ανθρώπου με κάτι ανώτερο δεν μπορεί να περιορίζεται σε συγκεκριμένα εθνικά-κρατικά σύνορα, αφού αναφέρεται στην πανανθρώπινη ανάγκη του ν’ ανακαλύψει κανείς τις άγνωστες πτυχές και δυνατότητες της ύπαρξής του.
Δεν αποκλείεται, τελικά, στην πίεση που νιώθουμε όσοι κι όσες δεν μπορούμε να κλείσουμε πλέον τα μάτια μπροστά στο πνευματικό ανολοκλήρωτο της ατομικής και συλλογικής μας ζωής, να κρύβεται η ελπίδα της μετεξέλιξής μας. Είναι πολύ πιθανόν, στις τριβές της Νεοελληνικής μας κρίσης και στις εντάσεις που τις συνοδεύουν -αν βέβαια δεν τις καταναλώσουμε αλόγιστα σ’ εθνικές μεγαλοστομίες κι εξάρσεις- να βρίσκεται η πόρτα, που οδηγεί στη συνειδησιακή μας Αναγέννηση – μια Αναγέννηση που, δικαιωματικά, θα μπορούσαμε τότε να διεκδικήσουμε απ’ την Ιστορία.
της ΕΥΑΣ ΑΥΛΙΔΟΥ.